αὐλητῶν

αὐλήτης
masc gen pl
αὐλητής
flute-player
masc gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • CAPISTRUM — quô boves capistrari soliti, Hebr. Gap desc: Hebrew vel Gap desc: Hebrew Graece φιμὸς vocatur. Hinc Deuteron. c. 25. v. 4. Bovem triturantem non capistrabis, Graece οὐ φιμώσεις, redditur ab Apostolo 1. Corinth. c. 9. v. 9. Nempe inhumanum omnino …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PHILLIS — I. PHILLIS Delius, περὶ αὐλητῶν Athenaeo citatur, l. 14. II. PHILLIS Thraciae regio Pangaeo monti circumiecta, Phylis Stephano dicitur …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • πρωταύλης — ὁ, Α αρχηγός, επικεφαλής τών αυλητών. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + αύλης (< αὐλός), πρβλ. καλαμ αύλης] …   Dictionary of Greek

  • Ελβετία — Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με τη Γαλλία, Β με τη Γερμανία, Α με την Αυστρία και το Λιχτενστάιν… …   Dictionary of Greek

  • Λεωνίδας — I Όνομα δύο βασιλιάδων της Σπάρτης. 1. Λ. Α’ (; – 480 π.Χ.). Βασιλιάς της Σπάρτης (488 480 π.Χ.). Ανήκε στο γένος των Αγιαδών. Ήταν γιος του Aναξανδρίδη και ετεροθαλής αδελφός του Κλεομένη Α’, τον οποίο και διαδέχθηκε. Μάλιστα, παντρεύτηκε την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.